«υποκριτής και διεφθαρμένος αυτός που στη ζωή κρίνει και περιφρονεί τους άλλους»

Κατά τη γενική Ακρόαση, ο Πάπας σχολιάζει την παραβολή του φαρισαίου και του τελώνη για να δείξει το σωστό τρόπο προσευχής προς τον Θεό: όχι με αλαζονεία και υπερηφάνεια, αλλά με ταπεινή και μετανιωμένη καρδιά.
Ο Πάπας Φραγκίσκος συνεχίζει να μιλά για τις παραβολές, κατά την κατήχησή του στην γενική Ακρόαση στην πλατεία του Αγίου Πέτρου. Την περασμένη Τετάρτη διαβάσαμε την παραβολή του δικαστή και της χήρας, σχετικά με την ανάγκη να προσευχόμαστε με επιμονή, σήμερα αυτή του φαρισαίου και του τελώνη, οι οποίες ρίχνουν φως σε μια σκληρή πραγματικότητα. Ότι δηλαδή: «Όποιος στη ζωή πιστεύει ότι είναι σωστός, και κρίνει τους άλλους και τους περιφρονεί, είναι διεφθαρμένος και υποκριτής».
Από τη μια έχουμε το φαρισαίο, που προσεύχεται στον Ναό «όρθιος» και «χρησιμοποιεί πολλές λέξεις» είτε για να αναδειχθεί είτε για να κατακρίνει τους άλλους. «Ναι, η προσευχή του είναι μια προσευχή ευχαριστίας που απευθύνεται προς το Θεό, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια απεικόνιση των επιδόσεών του, με την αίσθηση της ανωτερότητας ως προς τους άλλους ανθρώπους, τους οποίους χαρακτηρίζει ως  «κλέφτες, άδικους, μοιχούς». Όπως για παράδειγμα, ο τελώνης πίσω του, ο οποίος αντίθετα, «με ταπεινή και μεταμελημένη ψυχή», χτυπά το στήθος του και περιορίζεται στο να ζητήσει συγχώρεση για τις αμαρτίες του από τον Κύριο.
Δύο διαφορετικές φιγούρες, δύο διαφορετικοί τρόποι προσευχής, δύο στάσεις για να «αναφερθεί κάποιος στο Θεό και στους άλλους» εντελώς διαφορετικές, παρατηρεί ο Πάπας. «Αυτός ο φαρισαίος – εξηγεί – προσεύχεται στο Θεό, αλλά στην πραγματικότητα κοιτά τον εαυτό του. Παρακαλεί τον εαυτό του». Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στο ναό, «δεν αισθάνεται την ανάγκη να προσκυνήσει το μεγαλείο του Θεού, στέκεται όρθιος, αισθάνεται σίγουρος, σαν να είναι ο κύριος του ναού! Περισσότερο από το να προσεύχεται, επικροτεί τον εαυτό του για την τήρηση των εντολών».
Η στάση του και τα λόγια του δεν ανταποκρίνονται στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργούμε και να μιλάμε για το Θεό», ο οποίος – επιβεβαιώνει ο Φραγκίσκος – «αγαπά όλους τους ανθρώπους και δεν περιφρονεί τους αμαρτωλούς». Με λίγα λόγια, αυτός ο φαρισαίος, ο τόσο σωστός, ο τόσο προφανώς άμεμπτος ως προς τις ενέργειές του, «αγνοεί την πιο σημαντική εντολή: την αγάπη για τον Θεό και για τον πλησίον».
Αυτό δείχνει ότι «δεν αρκεί να αναρωτιόμαστε πόσο προσευχόμαστε», μάλλον πρέπει να αναρωτηθούμε «πώς προσευχόμαστε, ή καλύτερα, πώς είναι η καρδιά μας: είναι σημαντικό να την εξετάσουμε για να εκτιμήσουμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και να εξαλείψουμε την αλαζονεία και την υποκρισία», λέει ο Πάπας. Και αυθόρμητα συμπληρώνει: «Μπορεί κάποιος να προσευχηθεί με αλαζονεία; Όχι! Μπορεί κάποιος να προσευχηθεί με υποκρισία; Όχι!».
Όλοι εμείς – συνεχίζει – «είμαστε παρασυρμένοι από την φρενίτιδα του καθημερινού ρυθμού, συχνά στο έλεος των συναισθημάτων, ζαλισμένοι, συγχυσμένοι. Είναι αναγκαίο να μάθουμε πώς θα βρούμε το δρόμο προς την καρδιά μας, να ανακτήσουμε την αξία της οικειότητας και της σιωπής, επειδή έτσι ο Θεός μας συναντά και μας μιλά». Επειδή «μόνο έτσι, μπορούμε να τη σειρά μας να συναντήσουμε τους άλλους και να μιλήσουμε μαζί τους».
Ο φαρισαίος, πράγματι, «προχώρησε προς το ναό, είναι σίγουρος για τον εαυτό του, αλλά δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι έχει χάσει το δρόμο της καρδιάς του». Αντιθέτως ο τελώνης παρουσιάζεται «με ταπεινή και μετανιωμένη ψυχή», δεν τολμά ούτε καν να σηκώσει τα μάτια στον ουρανό, μόνο ψιθυρίζει μια σύντομη αλλά έντονη/δυνατή προσευχή: «Ω Θεέ, να είσαι φιλεύσπλαχνος για εμένα τον αμαρτωλό».
«Όμορφη προσευχή, ε!» παρατηρεί ο Άγιος Πατέρας και προτρέπει τους πιστούς στην πλατεία να την επαναλάβουν τρεις φορές όλοι μαζί. «Η παραβολή – εξηγεί μετά – μας διδάσκει ότι είμαστε σωστοί ή αμαρτωλοί, όχι από την κοινωνική συμμετοχή μας, αλλά από τον τρόπο που φερόμαστε στο Θεό και στους αδελφούς. Οι πράξεις μετανοίας και τα λίγα και απλά λόγια του τελώνη μαρτυρούν την επίγνωσή του για την άθλια κατάστασή του. Η προσευχή του είναι ουσιώδης. Ενεργεί με ταπεινοφροσύνη, σίγουρος μόνο για το ότι είναι αμαρτωλός που έχει ανάγκη από φιλευσπλαχνία».
Αυτός «μπορεί μόνο να ικετεύει για την ευσπλαχνία του Θεού», ενώ ο φαρισαίος δεν ζητούσε τίποτα, επειδή αισθανόταν ότι ήδη τα είχε όλα. «Αυτό είναι ωραίο… - υπογραμμίζει ο Πάπας – να ικετεύει κάποιος την ευσπλαχνία του Θεού». Έτσι πραγματικά αυτός ο φοροεισπράκτορας – εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι που ανήκαν σε αυτή την κατηγορία θεωρούνταν «ακάθαρτοι, υποταγμένοι στους ξένους κυβερνήτες» - γίνεται, με την «γυμνή καρδιά» του και την ταπεινοφροσύνη του, «μια εικόνα αληθινού πιστού». Αντιθέτως, ο φαρισαίος «είναι η εικόνα του διεφθαρμένου που προσποιείται ότι προσεύχεται αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι αλαζονικά να αυτοθαυμάζεται σαν να βρίσκεται μπροστά σ΄ ένα καθρέφτη. Είναι διεφθαρμένος αλλά προσποιείται ότι προσεύχεται».
Η «κρίση» του Ιησού είναι σαφής: «Ο τελώνης, σε αντίθεση με τον άλλο, θα επιστρέψει στο σπίτι του δικαιωμένος, επειδή όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, αλλά αντιθέτως, όποιος ταπεινώνεται θα εξυψωθεί». Εξίσου σαφής είναι και η «κρίση» του Φραγκίσκου: «Έτσι, στη ζωή όποιος πιστεύει ότι είναι σωστός και κρίνει τους άλλους και τους περιφρονεί, είναι ένας διεφθαρμένος και ένας υποκριτής. Η υπερηφάνεια επηρεάζει κάθε καλή πράξη, αδειάζει την προσευχή, απομακρύνει από τον Θεό και από τους άλλους».
«Εάν ο Θεός προτιμά την ταπεινοφροσύνη – προσθέτει – δεν το κάνει για να μας απαξιώσει: η ταπεινοφροσύνη είναι μάλλον η απαραίτητη προϋπόθεση για να εξυψωθούμε από Αυτόν, ώστε να βιώσουμε την ευσπλαχνία που έρχεται να συμπληρώσει τα κενά μας. Εάν η προσευχή του υπερήφανου δεν φθάνει στην καρδιά του Θεού, η ταπεινοφροσύνη του άθλιου την ανοίγει». Και «ο Θεός έχει μια αδυναμία: αδυναμία για τους ταπεινούς».
Ταπεινοί όπως η Παρθένος Μαρία: σε Εκείνη, τη μητέρα μας, ο Πάπας εναποθέτει όλους τους πιστούς επειδή «μας βοηθά να προσευχηθούμε με ταπεινή καρδιά». Και καταλήγει, προτρέποντας να επαναλάβουμε για ακόμη τρεις φορές «εκείνη την όμορφη προσευχή»: «Ω Θεέ, να είσαι φιλεύσπλαχνος για εμένα τον αμαρτωλό».
ρφ (μετάφραση)  kantam.gr