Μήνυμα της Αυτού Αγιότητας Πάπα Φραγκίσκου για την 55η Παγκόσμια Ημέρα της Ειρήνης (1η Ιανουαρίου 2022)


ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ
ΓΙΑ ΤΗΝ 55η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2022

Διάλογος μεταξύ των γενεών, εκπαίδευση και εργασία: Εργαλεία για να οικοδομήσουμε μια ειρήνη διαρκείας

  1. «Πόσο είναι ωραία όταν απ’ τα βουνά τον αγγελιοφόρο βλέπεις να έρχεται που αναγγέλλει την ειρήνη» (Ησ 52,7).

Τα λόγια του προφήτη Ησαΐα εκφράζουν την παρηγοριά, τον στεναγμό ανακούφισης ενός λαού εξόριστου, εξαντλημένου από τη βία και την αδικία, εκτεθειμένου στην αναξιότητα και στον θάνατο. Επ’ αυτού ο προφήτης Βαρούχ αναρωτιόταν: «Πώς συνέβη αυτό, Ισραηλίτες; Γιατί βρίσκεστε στη χώρα των εχθρών και γεράσατε στην ξενιτειά; Γιατί μολυνθήκατε και πέσατε στην καταφρόνια, σαν να είσαστε νεκροί στον άδη;» (3,10-11). Γι’ αυτόν τον λαό, ο ερχομός του αγγελιοφόρου της ειρήνης, σήμανε την ελπίδα μιας αναγέννησης από τα ερείπια της ιστορίας, την αρχή ενός φωτεινού μέλλοντος.

Ακόμη και σήμερα, η πορεία της ειρήνης, που ο άγιος Παύλος Στ’ ονόμασε με τη νέα ονομασία της ολοκληρωμένης ανάπτυξης [1], παραμένει δυστυχώς μακριά από την πραγματική ζωή των ανθρώπων συνεπώς, της ανθρώπινης οικογένειας, που τώρα πια είναι πλήρως διασυνδεδεμένη. Παρά τις πολλαπλές προσπάθειες για εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των εθνών, αυξάνεται ο εκκωφαντικός θόρυβος των πολέμων και των συγκρούσεων, αναπτύσσονται ασθένειες πανδημικού χαρακτήρα, επιδεινώνονται οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, επιτείνεται το δράμα της πείνας και της δίψας και συνεχίζει να κυριαρχεί ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται περισσότερο στον ατομικισμό παρά στο αλληλέγγυο μοίρασμα. Όπως στον καιρό των αρχαίων προφητών, ακόμη και σήμερα η κραυγή των φτωχών και της γης [2] δεν παύει να υψώνεται για να ικετεύσει δικαιοσύνη και ειρήνη.

Σε κάθε εποχή, η ειρήνη είναι ταυτόχρονα δώρο άνωθεν και καρπός μιας κοινής στράτευσης. Πράγματι, υπάρχει μια «αρχιτεκτονική της ειρήνης», όπου παρεμβαίνουν οι διάφοροι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών και ένα «εργαστήριο»  της ειρήνης που εμπλέκει τον καθένα μας προσωπικά [3]. Όλοι μπορούν να συνεργαστούν για να οικοδομήσουν έναν κόσμο πιο ειρηνικό: από την προαίρεση του καθενός και τις σχέσεις του μέσα στην οικογένεια, στην κοινωνία, και με το περιβάλλον, μέχρι τις σχέσεις μεταξύ των λαών και μεταξύ των χωρών.

Θα ήθελα εδώ να προτείνω τρεις δρόμους για την οικοδόμηση μιας ειρήνης που να αντέχει στον χρόνο. Πρώτα απ’ όλα, τον διάλογο μεταξύ των γενεών, ως βάση για την πραγματοποίηση των κοινών σχεδίων, κατόπιν, την εκπαίδευση, ως παράγοντα ελευθερίας, υπευθυνότητας και ανάπτυξης, και τέλος την εργασία, για μια πλήρη κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Πρόκειται για τρία απαραίτητα στοιχεία για να «συνάψουμε ένα κοινωνικό συμβόλαιο» [4], χωρίς το οποίο κάθε σχέδιο ειρήνης αποκαλύπτεται ανυπόστατο.

  1. Να συνδιαλέγονται μεταξύ τους οι γενεές, για να οικοδομήσουν την ειρήνη

Μέσα σε έναν κόσμο ακόμη πιεσμένο από τη μέγγενη της πανδημίας, που πολλά προβλήματα έχει δημιουργήσει, «κάποιοι προσπαθούν να ξεφύγουν από την πραγματικότητα καταφεύγοντας σε ιδιωτικούς κόσμους, και άλλοι την αντιμετωπίζουν με καταστροφική βία, αλλά ανάμεσα στην εγωιστική αδιαφορία και τη βίαιη  διαμαρτυρία υπάρχει πάντα μια επιλογή: ο διάλογος. Ο διάλογος μεταξύ των γενεών» [5].

Κάθε ειλικρινής διάλογος, αν και δεν στερείται μιας ορθής και θετικής διαλεκτικής, απαιτεί πάντοτε μια εμπιστοσύνη ως βάση μεταξύ των συνομιλητών. Αυτήν την αμοιβαία εμπιστοσύνη οφείλουμε να προσπαθούμε να την αποκτήσουμε. Η σημερινή υγειονομική κρίση ενέτεινε  σε όλους την αίσθηση της μοναξιάς και την αναδίπλωση στον ίδιο τους τον εαυτό.  Η μοναξιά των ηλικιωμένων συνοδεύεται στους νέους από την αίσθηση της αδυναμίας και την έλλειψη ενός κοινού οράματος για το μέλλον. Αυτή η κρίση είναι βεβαίως οδυνηρή. Σ’ αυτήν, όμως, μπορεί να εκφραστεί και η θετική πλευρά των  ανθρώπων. Πράγματι, ακριβώς κατά τη διάρκεια της πανδημίας έχουμε διαπιστώσει, σε κάθε μέρος του κόσμου, γενναιόδωρες μαρτυρίες συμπόνιας, μοιράσματος και αλληλεγγύης.

Συνδιαλέγομαι σημαίνει ακούω τον άλλον, αναμετριέμαι με αυτόν, συμφιλιωνόμαστε και πορευόμαστε μαζί. Το να διευκολύνεις όλο αυτό μεταξύ των γενεών, σημαίνει να οργώνεις το σκληρό και άγονο έδαφος της σύγκρουσης και να απομακρύνεις τα απόβλητα για να καλλιεργήσεις τους σπόρους μιας ειρήνης, που διαρκεί στον χρόνο και τη μοιράζονται όλοι.

Ενώ η τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη συχνά έχει χωρίσει τις γενεές, οι σημερινές κρίσεις αποκαλύπτουν την επείγουσα ανάγκη να επέλθει μια συμφωνία μεταξύ τους. Από τη μια, οι νέοι έχουν ανάγκη την εμπειρία της ζωής, τη σοφία, και την πνευματικότητα των ηλικιωμένων, από την άλλη, οι ηλικιωμένοι χρειάζονται τη στήριξη, τη στοργή, τη δημιουργικότητα και τον δυναμισμό των νέων.

Οι μεγάλες κοινωνικές προκλήσεις και οι διαδικασίες ειρήνευσης δεν μπορούν να αγνοήσουν τον διάλογο μεταξύ των θεματοφυλάκων της μνήμης – δηλαδή των ηλικιωμένων – και αυτών που προωθούν  την ιστορία – δηλαδή των νέων -, ούτε και  τη διάθεση του καθενός να αφήνει χώρο στον άλλον, χωρίς να διεκδικεί να καταλάβει όλη τη σκηνή επιδιώκοντας τα δικά του άμεσα συμφέροντα σαν να μην υπάρχει παρελθόν και μέλλον. Η παγκόσμια κρίση που ζούμε σήμερα, μας δείχνει, στη συνάντηση και στον διάλογο μεταξύ των γενεών, την κινητήρια δύναμη μιας υγιούς πολιτικής η οποία δεν αρκείται στο να διαχειρίζεται την υπάρχουσα κατάσταση με «μπαλώματα ή γρήγορες λύσεις» [6], αλλά, στο να αναζητά κοινά και βιώσιμα σχέδια. Η πολιτική αυτή προσφέρεται ως εξέχουσα μορφή αγάπης για τον άλλον [7].

Αν, στις δυσκολίες, μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε αυτόν τον διάλογο μεταξύ των γενεών «θα μπορούμε να είμαστε καλά ριζωμένοι στο παρόν και, από αυτή τη θέση, να εξετάσουμε το παρελθόν και να κοιτάξουμε το μέλλον: να εξετάσουμε το παρελθόν, για να διδαχτούμε από την ιστορία και να θεραπεύσουμε τις πληγές που συχνά επιβραδύνουν τα βήματά μας. Να κοιτάξουμε το μέλλον, για να τροφοδοτήσουμε τον ενθουσιασμό, να βλαστήσουν τα όνειρα, να αναθαρρήσουν οι προφητείες, να ανθίσουν οι ελπίδες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ενωμένοι, θα μπορούμε να μάθουμε οι μεν από τους δε» [8].  Χωρίς τις ρίζες, πώς θα μπορέσουν τα δέντρα να μεγαλώσουν και να παραγάγουν καρπούς;

Αρκεί να σκεφτούμε το ζήτημα της φροντίδας της κοινής μας οικίας. Πράγματι,  το ίδιο το περιβάλλον, «είναι ένα δάνειο που κάθε γενεά λαβαίνει και οφείλει να το μεταδώσει στην επόμενη γενεά» [9]. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να εκτιμώνται και να ενθαρρύνονται οι πολλοί νέοι που στρατεύονται για έναν κόσμο πιο δίκαιο και πιο προσεκτικό στο να διαφυλάσσει την εμπιστευθείσα σ’ εμάς δημιουργία.  Τη  διαφύλαξη αυτή, την επιτελούν οι νέοι άνθρωποι με ανησυχία και ενθουσιασμό, πάνω απ’ όλα με αίσθημα ευθύνης έναντι της επείγουσας ανάγκης για αλλαγή πορείας [10], την οποία μας επιβάλλουν οι δυσκολίες που προέκυψαν από τη σημερινή ηθική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση [11].

Εξάλλου, η ευκαιρία να δημιουργήσουμε μαζί διαδρομές ειρήνης δεν μπορεί να παραμερίσει την εκπαίδευση και την εργασία, που είναι χώροι και περιβάλλοντα προνομιακά του διαλόγου μεταξύ των γενεών. Η εκπαίδευση είναι εκείνη που παρέχει την ουσία του διαλόγου μεταξύ των γενεών ενώ μέσα από την εμπειρία της εργασίας, οι άνδρες και οι γυναίκες διαφορετικών γενεών βρίσκονται ξανά μαζί για να συνεργαστούν, ανταλλάσσοντας γνώσεις, εμπειρίες και αρμοδιότητες ενόψει του κοινού καλού.

  1. Η μόρφωση και η εκπαίδευση ως κινητήριες δυνάμεις της ειρήνης

Τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί αισθητά, σε παγκόσμιο επίπεδο, η  φροντίδα για τη μόρφωση και την εκπαίδευση, που θεωρούνται περισσότερο ως δαπάνες παρά ως επενδύσεις. Και όμως, αυτές αποτελούν τους πρωταρχικούς φορείς μιας ολοκληρωμένης ανάπτυξης του ανθρώπου: καθιστούν το άτομο πιο  ελεύθερο και υπεύθυνο και είναι απαραίτητοι για την προστασία και την προώθηση της ειρήνης.  Με άλλα λόγια, η μόρφωση και η εκπαίδευση είναι τα θεμέλια μιας κοινωνίας συνεκτικής, πολιτισμένης, ικανής να παράγει  ελπίδα, πλούτο και πρόοδο.

Αντίθετα, οι στρατιωτικές δαπάνες, αυξήθηκαν υπερβαίνοντας το επίπεδο που καταγράφτηκε στη λήξη του «ψυχρού πολέμου», και φαίνεται ότι θα αυξηθούν σε βαθμό υπερβολικό [12].

Είναι, λοιπόν, σκόπιμο και επείγον, αυτοί που έχουν την ευθύνη της διακυβέρνησης να επεξεργαστούν οικονομικές πολιτικές που να προβλέπουν μιαν αντιστροφή της σχέσης μεταξύ δημοσίων επενδύσεων για την εκπαίδευση και των κονδυλίων που προορίζονται για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Εξάλλου, η επιδίωξη μιας πραγματικής διαδικασίας διεθνούς αφοπλισμού δεν μπορεί παρά να προσφέρει μεγάλα οφέλη στην ανάπτυξη λαών και εθνών, απελευθερώνοντας οικονομικούς πόρους για να χρησιμοποιηθούν με καταλληλότερο τρόπο στην υγεία, το σχολείο, τις υποδομές, τη φροντίδα του περιβάλλοντος κ.τ.λ.

Εύχομαι η επένδυση στην εκπαίδευση να συνοδεύεται από μια ουσιαστική στράτευση για τη προώθηση μιας κουλτούρας της φροντίδας για πραγματική παιδεία των νέων [13]. Αυτή η τελευταία, εμπρός στις ρήξεις  της κοινωνίας των πολιτών και στην αδράνεια των θεσμών, μπορεί να αποτελέσει την κοινή γλώσσα που γκρεμίζει τα εμπόδια και δημιουργεί γέφυρες. «Μια χώρα αναπτύσσεται όταν συνδιαλέγονται εποικοδομητικά οι διάφοροι πολιτιστικοί θησαυροί της: ο λαϊκός πολιτισμός, ο πανεπιστημιακός πολιτισμός, ο πολιτισμός της νεολαίας, ο καλλιτεχνικός και ο τεχνολογικός πολιτισμός, ο οικονομικός πολιτισμός και ο πολιτισμός της οικογένειας, ο πολιτισμός των ΜΜΕ» [14]. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να οικοδομήσουμε ένα νέο πολιτιστικό υπόδειγμα, μέσω «μιας σφαιρικής εκπαιδευτικής συμφωνίας με τις νέες γενεές και με αυτές, που να καθοδηγούν τις οικογένειες, τις κοινότητες, τα σχολεία, και τα πανεπιστήμια, τους θεσμούς, τις θρησκείες, τους κυβερνώντες, την ανθρωπότητα ολόκληρη, προκειμένου να διαμορφώσουμε ώριμους ανθρώπους [15]. Μια συμφωνία που να προωθεί την εκπαίδευση στο πνεύμα της οικολογίας, σύμφωνα με ένα πολιτιστικό μοντέλο ειρήνης, ανάπτυξης και βιωσιμότητας, επικεντρωμένο στην αδελφοσύνη και στην συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντος [16].

Η επένδυση στη μόρφωση και στην εκπαίδευση των νέων γενεών είναι η κύρια οδός που τις οδηγεί, μέσω μιας ειδικής προετοιμασίας, στο να καταλάβουν με όφελος μια δίκαιη θέση  στον κόσμο της εργασίας [17].

  1. Προωθώντας και εξασφαλίζοντας την εργασία οικοδομούμε την ειρήνη

Η εργασία είναι ένας απαραίτητος παράγοντας για να οικοδομήσουμε και να διαφυλάξουμε την ειρήνη. Αυτή είναι η έκφραση του εαυτού μας και των ιδιαίτερων χαρισμάτων μας, αλλά και δέσμευση, κόπος, συνεργασία με άλλους, διότι εργαζόμαστε πάντοτε με ή για κάποιον άλλον. Σ’ αυτή την ιδιαίτερα κοινωνική προοπτική, η εργασία είναι ο χώρος όπου μαθαίνουμε να προσφέρουμε τη συμβολή μας για έναν κόσμο πιο βιώσιμο και ωραίο.

Η πανδημία της Covid-19 έχει επιδεινώσει την κατάσταση στον κόσμο της εργασίας που ήδη αντιμετώπιζε πολλαπλές προκλήσεις. Εκατομμύρια οικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων έχουν χρεοκοπήσει. Οι προσωρινοί εργαζόμενοι είναι πάντοτε περισσότερο ευάλωτοι. Πολλοί από αυτούς που ασκούν ουσιαστικές υπηρεσίες είναι αόρατοι στη δημόσια και πολιτική συνείδηση. Η εξ αποστάσεως διδασκαλία, σε πολλές περιπτώσεις, έχει προκαλέσει μια οπισθοδρόμηση στην εκμάθηση και στις σχολικές πρακτικές. Επιπλέον, οι νέοι που εισέρχονται στην επαγγελματική αγορά και οι ενήλικοι που βρίσκονται στην ανεργία αντιμετωπίζουν σήμερα δραματικές προοπτικές.

Ιδιαίτερα, οι συνέπειες της κρίσης στην άτυπη οικονομία, που συχνά εμπλέκει τους εργαζόμενους μετανάστες, υπήρξαν καταστροφικές. Πολλοί από αυτούς δεν αναγνωρίζονται από τους εθνικούς νόμους, σαν να μην υπάρχουν. Ζουν μέσα σε καταστάσεις προσωρινές για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, εκτεθειμένοι σε διάφορες μορφές σκλαβιάς και στερημένοι ενός συστήματος πρόνοιας για να τους προστατεύει. Σ’ αυτό, ας υπολογιστεί και το ότι σήμερα μόνο ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού σε ηλικία εργασίας απολαμβάνει ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας πλήρους ή μερικής. Σε πολλές χώρες αυξάνονται η βία και η οργανωμένη εγκληματικότητα, που πνίγουν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια των ατόμων, δηλητηριάζουν την οικονομία και εμποδίζουν την ανάπτυξη του κοινού καλού. Η απάντηση σ’ αυτή την κατάσταση δεν μπορεί παρά να περάσει μέσα από μια διεύρυνση των ευκαιριών αξιοπρεπούς εργασίας.

Η εργασία, πράγματι, είναι η βάση, πάνω στην οποία οικοδομείται η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη σε κάθε κοινότητα. Για τον λόγο αυτόν, «δεν πρέπει να προσπαθούμε να υποκαταστήσουμε όλο και περισσότερο την ανθρώπινη εργασία με την τεχνολογική πρόοδο: ενεργώντας έτσι, η ανθρωπότητα θα έβλαπτε τον εαυτό της. Η εργασία είναι μια αναγκαιότητα, είναι μέρος του νοήματος της ζωής πάνω σε αυτήν τη γη, οδός ωρίμανσης, ανθρώπινης ανάπτυξης και προσωπικής πραγμάτωσης» [18]. Οφείλουμε να ενώνουμε τις ιδέες και τις προσπάθειες για να δημιουργούμε τις καταστάσεις και να βρίσκουμε λύσεις, έτσι ώστε κάθε άνθρωπος σε ηλικία εργασίας να έχει τη δυνατότητα, με την εργασία του, να συνεισφέρει στη ζωή της οικογένειας και της κοινωνίας.

Είναι επείγον, περισσότερο από ποτέ, να προωθηθούν σε όλο τον κόσμο λογικές και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, προσανατολισμένες στο κοινό καλό και στην προστασία της δημιουργίας. Απαιτείται να εξασφαλιστεί και να στηριχθεί η ελευθερία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και, ταυτόχρονα, να αυξηθεί μια ανανεωμένη κοινωνική υπευθυνότητα, ώστε το κέρδος να μην είναι το μοναδικό κριτήριο-οδηγός.

Στην προοπτική αυτή, θα πρέπει να ενθαρρύνονται, να γίνονται αποδεκτές και να στηρίζονται οι πρωτοβουλίες, οι οποίες, σε όλα τα επίπεδα, κινητοποιούν τις επιχειρήσεις αναφορικά με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των εργαζομένων, ανδρών και γυναικών, ευαισθητοποιώντας προς αυτή την κατεύθυνση όχι μόνο τους θεσμούς, αλλά και τους καταναλωτές, την κοινωνία των πολιτών και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αυτές οι τελευταίες, όσο περισσότερο έχουν επίγνωση του κοινωνικού τους ρόλου, τόσο περισσότερο γίνονται χώροι μέσα στους οποίους εξασφαλίζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, συμμετέχοντας έτσι, με τη σειρά τους, στην οικοδόμηση της ειρήνης. Με βάση αυτή την άποψη, η πολιτική καλείται να ασκήσει έναν ενεργό ρόλο, προωθώντας μια σωστή ισορροπία μεταξύ οικονομικής ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Και όλοι όσοι δραστηριοποιούνται σ’ αυτόν τον χώρο, ξεκινώντας από τους εργαζομένους και από τους χριστιανούς επιχειρηματίες, μπορούν να βρουν ασφαλείς κατευθύνσεις στην κοινωνική διδασκαλία της Εκκλησίας.

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές! Ενώ προσπαθούμε να ενώσουμε τις προσπάθειές μας για να βγούμε από την πανδημία, θα ήθελα να ανανεώσω τις ευχαριστίες μου προς όσους στρατεύτηκαν και συνεχίζουν να αφοσιώνονται με γενναιοδωρία και υπευθυνότητα προκειμένου να εξασφαλιστεί η μόρφωση, η προστασία των δικαιωμάτων, η παροχή ιατρικής φροντίδας, η διευκόλυνση της επαφής μεταξύ συγγενών και αρρώστων, η οικονομική στήριξη στους απόρους ή σε όσους έχουν χάσει την εργασία. Σας διαβεβαιώνω ότι περιλαμβάνω στην προσευχή μου όλα τα θύματα και τους συγγενείς τους.

Στους κυβερνώντες και σε όσους έχουν πολιτικές και κοινωνικές ευθύνες, στους ποιμένες και στους εμψυχωτές των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, καθώς επίσης σε όλους τους άνδρες και τις γυναίκες καλής θελήσεως, κάνω  έκκληση να βαδίσουμε μαζί πάνω σ’ αυτούς τους τρεις δρόμους: τον διάλογο μεταξύ των γενεών, την εκπαίδευση και την εργασία. Με θάρρος και δημιουργικότητα. Και να είναι πάντοτε πολυπληθέστεροι αυτοί οι οποίοι, χωρίς να κάνουν θόρυβο, με ταπεινότητα και επιμονή, μέρα με την μέρα, γίνονται οικοδόμοι της ειρήνης. Και πάντοτε να προηγείται αυτών και να τους συνοδεύει η ευλογία του Θεού της ειρήνης!

Εκ του Βατικανού, 8 Δεκεμβρίου 2021
Φραγκίσκος


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Βλ.Εγκ. Επιστολή, Populorum progressio (26 Μάρτιος 1967), 76ss.
[2] Βλ. Εγκ. Επιστολή, Laudato si’ (24 Μάιος 2015), 49 .
[3] Βλ. Εγκ. Επιστολή, Fratelli tutti (3 Οκτώβριος 2020), 231.
[4] Στο ίδιο, 218. [5] Στο ίδιο, 199. [6] Στο ίδιο, 179. [7] Στο ίδιο, 180.
[8] Μετασυνοδική Αποστ. Παραίνεση, Christus vivit (25 Μάτιος 2019), 199.
[9] Εγκ. Επιστολή, Laudato si’ (24 Μάιος 2015), 159.
[10] Στο ίδιο, 163; 202[11] Στο ίδιο, 139.
[12] Βλ. Μήνυμα στους συμμετέχοντες στο 4ο Forum του Παρισιού για την ειρήνη, 11-13 Νοεμβρίου 2021,11-13 Νοεμβρίου 2021.
[13] Εγκ. Επιστολή, Laudato si’ (24 Μαΐου 2015), 231; Μήνυμα για την 54η Παγκόσμια Ημέρα για τη Ειρηνη. Ο πολιτισμός της φροντίδας ως διαδρομή ειρήνης,  8 Δεκεμβρίου 2020)
[14] Εγκ. Επιστολή, Fratelli tutti (3 Οκτώβριος 2020), 199.
[15] Videomessaggio per il Global Compact on Education. Together to Look Beyond (15 Οκτώβριος 2020).
[16] Cfr Videomessaggio per l’High Level Virtual Climate Ambition Summit (13 Δεκέμβριος 2020).
[17] Βλ. Άγ. Ιωάννης-Παύλος Β’, Εγκ. Επιστολή. Laborem exercens (14 Σεπτέμβριος 1981), 18.
[18] Εγκ. Επιστολή, Laudato si’ (24 Μάιος 2015), 128.


episkopisyrou.gr

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση